Ήταν μια κλωστή σιωπής που αντηχούσε στο αυτί μου. Της ησυχίας από απόσταση και της ησυχίας κοντά. Με ένα ρεφρέν των μπλουζ να ηχεί στη μπύρα μου. Καθώς ένιωσα ένα τραχύ δάκρυ να εγκαταλείπει τον φόβο μου. Καθώς η ανδρεία της αυγής γέννησε τον ήλιο.
Σε ένα νέο κουρευμένο γκαζόν της γλώσσας του Θεού. Το πνεύμα σου ξύπνησε με το κλάμα μου. Με ένα χτύπημα από τα χείλη σου ένα χαμογελαστό φιλί. Της ησυχίας από απόσταση και της ησυχίας κοντά. Καθώς κοιμάσαι σε ένα κρεβάτι αργιλώδους όπου τα αρνιά τρώνε κισσό.