Ίσως αντί για κάστανο που φώναζε, άκουσα τη βροχή Με το χτύπημα στο τζάμι ένιωσα την πείνα στις φλέβες μου. Καθώς μια παρόρμηση πέρασε από τα χείλη μου ένιωσα ότι δεν ήταν μάταιο να φιλάω τις άκρες των δακτύλων σου Με την παράνοια όλων. Πνίγοντας τα δάκρυά μου που ρέουν και με λιποθυμία της ανάσας σου Μιλήσαμε ψιθυριστά τη γλώσσα της ευτυχίας που είχες ξεπηδήσει. Και καθώς ανέβαινες τη σκάλα του Θεού Με το χασμουρητό των ανέμων Ένα χαμόγελο μεγάλωσε στο μέτωπό μου Ίσως αντί για κάστανο.