Μια φορά κι έναν σάβανο, καθώς τα λόγια μου φώναζαν δυνατά. Όταν η σαγηνευτική πόρνη της Βαβυλώνας μου κλείνει το μάτι. Και ο διαιτητής του επικείμενου μου έγινε η σκιά μου. Καθώς στο τζίνι μου κολύμπησαν τα σατανίσματα των αμαρτιών. Με ένα κλακάκι να ακούγεται το σενάριό μου.
Παίζοντας πετρωμένος στο ξυλόφωνο του διαβόλου. Ενώ το κοράκι μου γαργαλούσε τα ελεφαντόδοντο με τη γλώσσα του. Το εκκρεμές του κόκορα μου έμαθε τη δίψα. Σκύβοντας τους ποθητές ηχώ της κατάρας μου.
Με ποιητική κοροϊδία «προτού καλώδισα θερμά την ανάφλεξή μου. Η μπαταρία μου μου δίνει μια νέα ζωή χωρίς παράσιτα. Καθώς η σαγηνευτική πόρνη της Βαβυλώνας πήρε πίσω τη θέση της. Διασχίζοντας τον Ρουβίκωνα σε αυτοκινητόδρομο προς Ρώμη. Καθώς τα δάχτυλά της άρχισαν να περιφέρονται στο ραβδί του εξοπλισμού μου Παίζοντας με πέτρα στο ξυλόφωνο του διαβόλου.